|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο mock παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: mold
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | mock [sb/sth]⇒ vtr | (make a joke of) | κοροϊδεύω ρ μ | | | (λόγιος, επίσημο) | περιγελώ, χλευάζω, περιπαίζω ρ μ | | | The comedian mocked the politician. | | | Ο κωμικός κορόιδεψε τον πολιτικό. | | mock [sth]⇒ vtr | (disregard for authority, etc.) | αψηφώ, περιφρονώ ρ μ | | | (μεταφορικά) | χλευάζω ρ μ | | | The criminal's actions mocked the establishment. | | | Η πράξεις του εγκληματία αψήφισαν το καθεστώς. | | mock [sb]⇒ vtr | (imitate jokingly) | μιμούμαι περιπαιχτικά ρ μ + επίρ | | | (καθομιλουμένη) | κοροϊδεύω ρ μ | | | Kelsey mocked her friend's attitude. | | | Η Κέλσι μιμήθηκε περιπαιχτικά το φέρσιμο της φίλης της. | mock, mock- adj | (imitating a historical style) | στυλ ουσ ουδ άκλ | | | | τύπος, ύφος ουσ ουδ | | | The couple live in a mock-Tudor house with beautiful oak beams. | | | Το ζευγάρι ζει σε ένα σπίτι στυλ Τυδώρ με ωραία δρύινα δοκάρια. | | | Το ζευγάρι ζει σε ένα σπίτι τύπου Τούντορ με ωραία δρύινα δοκάρια. | | mock adj | (gemstones, jewelry: imitation) | ψεύτικος επίθ | | | (μεταφορικά, ανεπίσημο) | μαϊμού ουσ ως επίθ | | | Katie wore a necklace of mock pearls and a boa made of real ostrich feathers. | | | Η Κέιτι φορούσε ένα κολιέ από ψεύτικα μαργαριτάρια και ένα μποά φτιαγμένο από αληθινά φτερά στρουθοκαμήλου. | | mock adj | (food: using a substitute) | παραλλαγή, εκδοχή ουσ θηλ | | | | ψευτο- πρόθημα | | | Paul uses tofu in his mock chicken stir-fry. | | | Ο Πολ χρησιμοποιεί τόφου στην δική του παραλλαγή για το κοτόπουλο stir fry. | | mock adj | (reaction: feigned) | ψεύτικος επίθ | | | | προσποιητός επίθ | | | Jenny gasped in mock horror when I said I didn't use social media. | | | Η Τζένη έμεινε με το στόμα ανοιχτό από προσποιητό τρόμο, όταν είπα ότι δεν χρησιμοποιώ μέσα κοινωνικής δικτύωσης. | | mock adj | UK (exam: for practice) (σε γενική) | προσομοίωσης ουσ ως επίθ | | | | εικονικός επίθ | | | The students take their mock exams in January and the real ones in June. | | | Οι φοιτητές γράφουν τα τεστ προσομοίωσης τον Ιανουάριο και τα κανονικά τον Ιούνιο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | mock n | (person ridiculed) (προσβλητικό) | κορόιδο ουσ ουδ | | | (πειραγμάτων, χλευασμού) | αντικείμενο, θύμα ουσ ουδ | | | (κάποιον) | κοροϊδεύω ρ μ | | | Zach's friends made a mock of him. | | mock n | (counterfeit item) | απομίμηση ουσ θηλ | | | (καθομιλουμένη, μτφ) | μαϊμού ουσ θηλ ως επίθ άκλ | | | The watch was not actually a genuine Gucci; it was a mock. | | mocks npl | informal, UK (practice exams) | εξετάσεις προσομοίωσης, εικονικές εξετάσεις φρ ως ουσ θηλ πλ | | | | πρόβα εξετάσεων φρ ως ουσ θηλ | | | The students finished their mocks and went home. |
| Phrasal verbs | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | mock [sth] up vtr phrasal sep | (create a model of) (προσχέδιο, πρόπλασμα κλπ) | φτιάχνω ρ μ | | | | δημιουργώ ρ μ | | | | κατασκευάζω ρ μ | | | I can mock up a model of that program in just a few hours, but the real product will take months to finish. | | | Μπορώ να φτιάξω ένα προσχέδιο αυτού του προγράμματος μέσα σε μερικές ώρες, αλλά το πραγματικό προϊόν θα πάρει μήνες για να ολοκληρωθεί. |
|
|